LETHE

ΛΗΘΗ

Lórentsos Mavílis (1860-1912)

ΛΗΘΗ
Καλότυχοι οι νεκροί, που λησμονάνε την πίκρια της ζωής. Όντας βυθήσει ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει, μήν τους κλαϊς, ο καημός σου όσος και να ‘ναι! Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε στης Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση· μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει, ά στάξει γι’ αυτές δάκρυ, όθε αγαπάνε. Κι άν πιούν θολό νερό, ξαναθυμούνται, διαβαίνοντας λιβάδι’ απ’ ασφοδείλι, πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται. Α δέ μπορείς παρά να κλαϊς το δείλι, τους ζωντανούς τα μάτια σου άς θρηνήσουν· θέλουν, μα δέ βολεί, να λησμονήσουν.
LETHE
The dead are lucky: they forget Life’s bitterness. Weep not for these, However sad your memories, At twilight, when the sun has set, And souls go thirsting to their spring: For if their loved ones shed a tear, Oblivion’s fountains crystal-clear Suffer a horrid blackening. From tainted water, they recall, Who move through fields of asphodel, Sorrows that in them sleeping dwell. If you must weep when shadows fall, Then for the living weep your fill, For they cannot forget at all.
Published in Classical Association News

Translation: Copyright © Timothy Adès

More poems by Lórentsos Mavílis...