George Drosinis (1859-1951): Evensong

Translated by Timothy Adès

Ἑσπερινός

Στὸ ρημαγμένο παρακκλήσι
τῆς Ἄνοιξης τὸ θεῖο κοντύλι
εἰκόνες ἔχει ζωγραφίσει
μὲ τ᾿ ἀγριολούλουδα τ᾿ Ἀπρίλη.
Ὁ ἥλιος, γέρνοντας στὴ δύση,
μπροστὰ στοῦ ἱεροῦ τὴν πύλη
μπαίνει δειλὰ νὰ προσκυνήσῃ
κι ἀνάφτει ὑπέρλαμπρο καντήλι.
Σκορπάει γλυκειὰ μοσκοβολιὰ
δάφνη στὸν τοῖχο ριζωμένη –
θυμίαμα ποὺ καίει ἡ Πίστις –
καὶ μία χελιδονοφωλιά,
ψηλὰ στὸ νάρθηκα χτισμένη,
ψάλλει τὸ Δόξα ἐν Ὑψίστοις…

Within the ruined chapel’s shade,
spring with his holy brush has made
icons of nature’s meadow-flowers.

A laurel rooted in the wall
spreads musky fragrance over all,
for faith has incense-burning powers.

The sun is dipping in the west
and shyly enters to adore:
lights a bright candle, stands before

the altar. Now a swallows’ nest
strikes up, above the clerestory:
Glory to God; in the highest, glory!

Translation: Copyright © Timothy Adès

Published in WW Norton anthology, ‘Greek Poetry’

This entry was posted in Poems and tagged . Bookmark the permalink.