Achillies Paraschos (1838-1895): The Laurel

Translated by Timothy Adès

Αχιλλέας Παράσχος
Η Δáφνη

Μή με ζηλεύετε· κανείς τή δάφνη μή ζηλεύει·
μ’ αίμα καί δάκρυ πύρινο τή ρίζα μου ποτίζουν.
Καλότυχος όποιος ποτέ τή δάφνη δέν γυρεύει,
καί μόνον τά τριαντάφυλλα τό στήθος του στολίζουν.
Κοινό στεφάνο μ’έχουνε η δόξα καί ο πόνος,
καί τά θλιμμέν’απόπαιδα τής μοίρας μ’ έχουν μόνο.
Κάθε μου φύλλο άδοξος τό φαρμακεύει φθόνος·
γιά τούτο μόνο ποιητάς τού κόσμου στεφανώνω.

‘Envy me not. Let not one soul envy the laurel-tree.
My roots quaff blood and burning tears, for thus they water me.
Happy the man who never made the laurel-wreath his quest,
And has no more than roses to decorate his breast.
I am a crown that’s common to glory and to pain;
My every leaf is poisoned, base jealousy’s my bane.
Only those wretches wear me whom fortune forth has hurled,
And that alone is why I crown the poets of the world.’

Translation: Copyright © Timothy Adès

This entry was posted in Poems and tagged , . Bookmark the permalink.